ανταποκρίνομαι


ανταποκρίνομαι
ανταποκρίνομαι, ανταποκρίθηκα βλ. πίν. 2

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανταποκρίνομαι — (Α ἀνταποκρίνομαι) βρίσκομαι σε ανταπόκριση, σε συμφωνία με κάποιον ή κάτι· νεοελλ. φρ. 1. «ανταποκρίνομαι στα καθήκοντα μου» εκτελώ τα καθήκοντά μου 2. «ανταποκρίνομαι στα συναισθήματα κάποιου» τρέφω για κάποιον ανάλογα συναισθήματα με τα δικά… …   Dictionary of Greek

  • ἀνταποκρίνομαι — ἀνταποκρί̱νομαι , ἀνταποκρίνομαι answer again aor subj mid 1st sg (epic) ἀνταποκρί̱νομαι , ἀνταποκρίνομαι answer again pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανταποκρίνομαι — ίθηκα, βρίσκομαι σε αναλογία, συμφωνώ, ταιριάζω: Ο γιος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του πατέρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνταποκρῖναι — ἀνταποκρίνομαι answer again aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταποκρίνῃ — ἀνταποκρί̱νῃ , ἀνταποκρίνομαι answer again aor subj mid 2nd sg ἀνταποκρί̱νῃ , ἀνταποκρίνομαι answer again aor subj act 3rd sg ἀνταποκρί̱νῃ , ἀνταποκρίνομαι answer again pres subj mp 2nd sg ἀνταποκρί̱νῃ , ἀνταποκρίνομαι answer again pres ind mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσυπακούω — ΜΑ 1. ακούω κάτι επί πλέον («κάλλιστα... ὑπήκουσας τοῑς λόγοις τόδε δὲ προσυπάκουσον ἔτι», Πλάτ.) 2. κατανοώ κάτι που δεν εκφράζεται σαφώς, που υπονοείται («εἰς διάφορα προσυπακούεται τό, Σὸς εἰμί σὸς γὰρ εἰμι δοῡλος», Ιωάνν. Χρυσ.) 3.… …   Dictionary of Greek

  • ἀνταπεκρίθην — ἀνταπεκρί̆θην , ἀνταποκρίνομαι answer again aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἀνταπεκρί̆θην , ἀνταποκρίνομαι answer again aor ind pass 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταποκρινομένων — ἀνταποκρῑνομένων , ἀνταποκρίνομαι answer again pres part mp fem gen pl ἀνταποκρῑνομένων , ἀνταποκρίνομαι answer again pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταποκρινόμενον — ἀνταποκρῑνόμενον , ἀνταποκρίνομαι answer again pres part mp masc acc sg ἀνταποκρῑνόμενον , ἀνταποκρίνομαι answer again pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταποκρίνεται — ἀνταποκρί̱νεται , ἀνταποκρίνομαι answer again aor subj mid 3rd sg (epic) ἀνταποκρί̱νεται , ἀνταποκρίνομαι answer again pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)